H χορήγηση φαρμακευτικών ουσιών στα πτηνά συντροφιάς, είναι από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα μεταξύ των εκτροφέων.Το υλικό για την παρουσίαση του θέματος προέρχεται από την ελληνική και την διεθνή εξειδικευμένη βιβλιογραφία, σε συνδυασμό με την εμπειρία μου στα πτηνά συντροφιάς και την χορήγηση φαρμακευτικών ουσιών σε αυτά, για πάνω από 20 χρόνια.

Η χορήγηση μιας φαρμακευτικής ουσίας στα πτηνά συντροφιάς, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες.
1. Από τους παθογόνους οργανισμούς (που προκαλούν την νόσο).

2. Από το αντιμικροβιακό φάσμα της ουσίας.

3. Από τους περιορισμούς στην χρήση της.


4. Από την εντερική απορρόφηση


5. Από τον τρόπο δράσης (της ουσίας).


6. Από την τοξικότητά της.


7. Από την μορφή της.


8. Από την ύπαρξη αντιβιογράμματος κ.λ.π.


1) Κατηγορίες παθογόνων μικροοργανισμών.


Ακάρεα.


Καταπολεμούνται συνήθως με εντομοκτόνα (συνθετικά πυρεθροειδή, καρβαμιδικά κ.λπ), με ανθελμινθικά της ομάδας των αβερμεκτινών (η ιβερμεκτίνη είναι η μοναδική ουσία αυτής της ομάδας) και με διάφορα σκευάσματα φυτικής κυρίως προέλευσης.


Πρωτόζωα.


Καταπολεμούνται συνήθως με αντιπρωτοζωικές ουσίες όπως η τολτραζουρίλη (toltrazuryl) και το αμπρόλιουμ (amprolium),  με σουλφοναμίδες και συνδυασμούς σουλφοναμίδων,  με αντιμικροβιακές ουσίες της ομάδας των ημιδαζολών, όπως είναι η μετρονιδαζόλη (metronidazole) και η ντιμετριδαζόλη (dimetridazole) και με ουσίες της ομάδας των βενζιμιδαζολών όπως η φαινβενδαζόλη (fenbendazole).


Έλμνιθες.


Καταπολεμούνται συνήθως με ανθελμινθικές ουσίες της ομάδας των ιμιδαζοθειαζολών όπως είναι η λεβαμιζόλη (levamizole), της ομάδας των βενζιμιδαζολών όπως η φαινβενδαζόλη (fenbendazole), με σαλικυλανιλίδες όπως η νικλοσαμίδη (niclosamide), με ανθελμινθικές ουσίες όπως η πραζικουαντέλη (praziquantel), με συνδυασμούς ανθελμινθικών ουσιών και τέλος με ιβερμεκτίνη (ivermectin).


Βακτήρια.


Καταπολεμούνται συνήθως με αντιμικροβιακές ουσίες της ομάδας των τετρακυκλινών όπως είναι η οξυτετρακυκλίνη (oxytetracycline) και η χλωροτετρακυκλίνη (chlortetracycline), με συνδυασμούς τετρακυκλινών, με αντιμικροβιακές ουσίες της ομάδας των αμινογλυκοσιδών όπως είναι η νεομυκίνη


(neomycin), της ομάδας των σουλφοναμιδών και με συνδυασμούς σουλφοναμιδών, με αντιμικροβιακές ουσίες της ομάδας των μακρολιδίων όπως είναι η ερυθρομυκίνη (erythromycin) και η τυλοσίνη (tylosin), της ομάδας των πολυμυξινών όπως η κολιστίνη (colistine) και της ομάδας των κινολονών όπως η ενροφλοξασίνη (enrofloxacin).


Μύκητες.


Καταπολεμούνται με αντιμυκητισιακές ουσίες όπως η νυστατίνη (nystatin), η   αμφοτερισίνη (amphotericin Β), η κετοκοναζόλη ( ketoconazole) και η γκρισεοφουλβίνη (griseofulvin).


Ιοί.


Καταπολεμούνται με εμβόλια και με αντιβιοτικά οι δευτερογενής μικροβιακές λοιμώξεις.


2) Αντιμικροβιακό φάσμα ουσίας.


Πρωτόζωα.


1. Toltrazuryl: δράση σε κοκκίδια κυρίως του γένους Eimeria.


2. Amprolium: δράση σε κοκκίδια των γενών Eimeria και Isospora.


3. Sulfachlorpyridazine: δράση σε κοκκίδια κυρίως των γενών Eimeria και


Atoxoplasma.


4. Συνδυασμοί σουλφοναμίδων: δράση σε κοκκίδια των γενών Eimeria και Isospora.


5. Metronidazole: δράσησε Trichomonas και Giardia.


6. Dimetridazole: δράσησε Trichomonas και Giardia.


7. Fenbendazole: δράση σε Giardia.


Βακτήρια.


1. Τετρακυκλίνες και συνδυασμοί τετρακυκλινών: δράση σε Gram θετικούς και αρνητικούς αερόβιους βάκιλλους και κόκκους (Staphylococci, Listeria, E.coli, Pasteurella), χλαμύδια και μυκόπλασμα. Τα αναερόβια Gram θετικά και αρνητικά βακτήρια είναι συχνά ανθεκτικά (στις τετρακυκλίνες). Ανθεκτική είναι συχνά και η Pseudomonas.


2. Αμινογλυκοσίδες (Amino-glycosides): δράση σε Gram αρνητικούς αερόβιους βάκιλλους και κόκκους.


3. Ορισμένες σουλφοναμίδες και συνδυασμοί σουλφοναμιδών: δράση σε Gram θετικούς και αρνητικούς αερόβιους βάκιλλους και κόκκους. Gram θετικά και αρνητικά αναερόβια βακτήρια, μυκόπλασμα και η ψευδομονάδα είναι συχνά ανθεκτικά.


4. Μακρολίδια (Macrolide): δράση σε Gram θετικούς αερόβιους και αναερόβιους βάκιλλους και κόκκους, χλαμύδια και μυκόπλασμα. Οι Gram αρνητικοί αερόβιοι βάκιλλοι (E.coli, Pasteurella, Pseudomonas κ.λ.π), είναι συνήθως ανθεκτικοί.


5. Πολυμυξίνες (Polymyxide): δράση σε Gram αρνητικούς αερόβιους βάκιλλους.


6. Κινολόνες (Quinolones): δράση περισσότερο σε Gram αρνητικούς αερόβιους βάκιλλους και κόκκους, ενώ οι Gram θετικοί αερόβιοι βάκιλλοι και οι αναερόβιοι Gram θετικοί και αρνητικοί, είναι συχνά ευαίσθητοι.


Έλμνιθες.


1. Levamizole: δράση σε ευρύ φάσμα νηματωδών σκωλήκων (Ascaridia, Capillaria).


2. Fenbendazole: δράση σε νηματώδεις.


3. Niclosamide: δράση σε ταινίες (Cestodes).


4. Praziquantel: δράση σε ταινίες.


5. Συνδυασμοί ανθελμινθικών ουσιών: δράση σε νηματώδεις, ταινίες, Heterakis κ.λ.π.


6. Ivermectin: δράση σε νηματώδεις.


Μύκητες.


1. Nystatin: δράση σε μύκητες όπως Candida, Aspergillus κ.λ.π.


2. Amphotericin B: δράσησε Aspergillus, Candida.


3. Ketoconazole: δράσησε Aspergillus, Candida.


4. Griseofulvin: δράσησεδερματικέςμυκητιάσεις (Favus), απότονμύκητα Trichophyton megnini. Η ιωδιούχος γλυκερίνη δίνει επίσης καλά αποτελέσματα.


3) Περιορισμοί χρήσης.


Η σωστή χρήση μιας φαρμακευτικής ουσίας στα πτηνά συντροφιάς ή ο περιορισμός της, εξαρτάται από διάφορους παράγοντες. Οι κυριότεροι είναι ο χρόνος χορήγησης, η ανθεκτικότητα των μικροβίων, η ανάπτυξη ή η μείωση άλλων ουσιών και μικροοργανισμών, η συμβατότητα με άλλα φάρμακα και ουσίες, η ηλικία , η εποχή και το είδος του πτηνού, ο χρόνος παραμονής της ουσίας στο νερό κ.λ.π.


1. Ο χρόνος χορήγησης.


Η χορήγηση των φαρμακευτικών ουσιών είναι αρκετά αποτελεσματική όταν χορηγηθούν εγκαίρως, ιδιαίτερα στα μικρού μεγέθους πτηνά.


Από ένστικτο τα πτηνά κρύβουν τα πρόδρομα συμπτώματα της ασθένειας (στην φύση αυτό τα σώζει από τα αρπακτικά) και οι ιδιοκτήτες βλέπουν συνήθως ότι νοσούν, όταν πλέον η ασθένεια έχει προχωρήσει αρκετά.


Η εξοικείωση με την εμφάνιση των πτηνών και την διάγνωση των πρόδρομων συμπτωμάτων ( αναλυτική περιγραφή θα κάνουμε προσεχώς στο forum), είναι σημαντική για την γρήγορη καταπολέμηση μιας λοίμωξης πριν αυτή εξελιχτεί σε σοβαρό πρόβλημα.


Η οδός χορήγησης παίζει επίσης σημαντικό ρόλο και εξαρτάται από την μορφή της ουσίας την οποία θα εξετάσουμε στο 7ο κεφάλαιο.


2. Η ανθεκτικότητα των μικροβίων.


Η ανθεκτικότητα των μικροβίων στις περισσότερες φαρμακευτικές ουσίες είναι σήμερα ένα γεγονός (βλέπε Σαλμονέλλωση πτηνών συντροφιάς).


Η αλλαγή μιας ουσίας καθίσταται αναγκαία όταν πρέπει να χορηγηθεί για μεγάλο διάστημα (ή σε τακτικά διαστήματα), στα πτηνά.


Η διενέργεια αντιβιογράμματος συνίσταται επίσης σε ορισμένες περιπτώσεις.


3. Η ανάπτυξη ή η μείωση (κατά την χορήγηση) άλλων ουσιών και μικροοργανισμών.


Οι περισσότερες φαρμακευτικές ουσίες προκαλούν διαταραχή της φυσιολογικής χλωρίδας του εντέρου των πτηνών και αδυναμία σύνθεσης βιταμινών Β και Κ3.


Επίσης μειώνουν την αποτελεσματικότητα των χορηγούμενων υπερβιοτικών (λακτοβάκιλλων).


Η χορήγηση έξτρα βιταμινών και υπερβιοτικών μαζί με FOS (φρουκτο-ολιγοσακχαρίτες), πρέπει να ακολουθεί μια φαρμακευτική αγωγή.


Η συχνή χρήση αντιβιοτικών επίσης, προκαλεί υπερανάπτυξη των μυκήτων. Προληπτικές θεραπείες με αντιμυκητισιακά συνήθως ακολουθούν αυτές τις περιπτώσεις.


4. Η συμβατότητα με άλλα φάρμακα και ουσίες.


Πολλά αντιβιοτικά είναι ανταγωνιστικά σε σχέση με κάποια άλλα και δεν συνίσταται η ταυτόχρονη ή σε κοντινά διαστήματα  χορήγησή τους.


Οι τετρακυκλίνες για παράδειγμα είναι συχνά ανταγωνιστικές με τις κινολόνες


(όπως π.χ. την ενροφλαξίνη), ενώ οι κινολόνες με τους συνδυασμούς σουλφοναμίδων – τριμεθοπρίμης. Επίσης οι τετρακυκλίνες παρουσιάζουν ασυμβατότητα με άλατα ασβεστίου, μαγνησίου καθώς και με τις πενικιλίνες.


Τα μακρολίδια επίσης (ερυθρομυκίνη, τυλοσίνη κ.λ.π), δεν πρέπει να χορηγούνται ταυτόχρονα με χλωραμφαινικόλη ή λινκομυκίνη.


5. Η ηλικία, η εποχή και το είδος του πτηνού.


Λόγο των παρενεργειών των φαρμακευτικών ουσιών (μείωση εντερικής χλωρίδας και παραγωγής βιταμινών, ηπατοτοξικότητα, νεφροτοξικότητα, νευροτοξικότητα, εντερικές διαταραχές κ.λ.π), πρέπει να χορηγούνται με εξαιρετική προσοχή σε νεοσσούς και νεαρά πτηνά, λόγο της περιορισμένης ικανότητάς τους να μεταβολίζουν φαρμακευτικές ουσίες.


Οι σουλφοναμίδες π.χ., είναι καλό να χορηγούνται μετά τους 2 μήνες της ζωής τους.


Οι τετρακυκλίνες επίσης λόγο της ασυμβατότητάς τους με άλατα ασβεστίου, καλό είναι να αποφεύγονται κατά την αναπαραγωγή (όπου χορηγούνται στα πτηνά διάφορες πηγές ασβεστίου). Επίσης αποφεύγεται η λεβαμιζόλη την περίοδο της αυγοπαραγωγής και η φενβεδαζόλη κατά την πτερόρροια.


Τέλος ουσίες όπως η μετρονιδαζόλη και η πραζικουαντέλη χορηγούνται μόνο σε ψιτακοειδή και αποφεύγονται για τα finches.


6. Ο χρόνος παραμονής της ουσίας στο νερό.


Ορισμένες φαρμακευτικές ουσίες που διαλύονται στο νερό, χρειάζεται να αντικατασταθούν μετά από 12-24 ώρες.


Στις σουλφοναμίδες, το αμπρόλιουμ και σε αντιβιοτικά που περιέχουν βιταμίνες, χρειάζεται η παρασκευή νέου διαλύματος καθημερινά.


Κατά την διάρκεια του ταΐσματος των νεοσσών επίσης, ο χρόνος παραμονής της ουσίας στο νερό πρέπει να είναι μικρότερος (ή μικρότερη δόση φαρμάκου), εξαιτίας της αυξημένης λήψης νερού από τους γονείς αυτή την περίοδο.


Το ίδιο πρέπει να εφαρμόζεται και τους καλοκαιρινούς μήνες.


4) Εντερική απορρόφηση.


Η απορρόφηση των φαρμακευτικών ουσιών από τον γαστρεντερικό σωλήνα διαφέρει από ουσία σε ουσία, ενώ μειώνεται με την παρουσία τροφής.


Σε άλλες ουσίες η τροφή δεν επηρεάζει την απορρόφηση και μπορούν να δοθούν και σε ανάμειξη με αυτήν.


Για παράδειγμα οι αμινογλυκοσίδες ελάχιστα απορροφούνται από τον γαστρεντερικό σωλήνα, οι τετρακυκλίνες παρουσιάζουν πεπτική απορρόφηση που φτάνει το 60%, ενώ η απορρόφησή τους παρεμποδίζεται με την παρουσία τροφής.


Αντίθετα οι σουλφοναμίδες και οι συνδυασμοί σουλφοναμίδων, παρουσιάζουν πεπτική απορρόφηση 80-90%, η οποία δεν επηρεάζεται από την παρουσία τροφής.


5) Τρόπος δράσης.


Ο τρόπος δράσης των φαρμακευτικών ουσιών, ενάντια στους μικροοργανισμούς, είναι διαφορετικός από ουσία σε ουσία.


Όταν αναστέλλουν ή επιβραδύνουν την ανάπτυξη των μικροβίων, μιλάμε για μικροβιοστατική δράση, ενώ όταν θανατώνουν τα μικρόβια μιλάμε για μικροβιοκτόνο δράση.


Τα βακτηριοκτόνα αντιβιοτικά π.χ., έχουν θεραπευτικά αποτελέσματα χωρίς την βοήθεια των αμυντικών μηχανισμών του οργανισμού. Συνεπώς συνιστώνται για θεραπεία σοβαρών ή χρόνιων λοιμώξεων.


Μια άλλη πρακτική εφαρμογή του τρόπου δράσης, έχουμε με τον συνδυασμό των φαρμακευτικών ουσιών. Με τον συνδυασμό π.χ. δύο συμβατών βακτηριοκτόνων ουσιών, παρουσιάζεται συνεργατική δράση με αποτέλεσμα σημαντικά μεγαλύτερο (κατά των μικροβίων) από το άθροισμα του αποτελέσματος των επί μέρους ουσιών που χρησιμοποιούνται μεμονωμένα.


Αντίθετα με τον συνδυασμό ανταγωνιστικών ουσιών, το αποτέλεσμα είναι μικρότερο από το αποτέλεσμα εκάστης ουσίας που χρησιμοποιείται μεμονωμένα.


Διαφορετικές είναι επίσης και οι συγκεντρώσεις που μια ουσία επιτυγχάνει στην περιοχή της λοίμωξης.


Έτσι υπάρχουν εξειδικευμένες ουσίες για λοιμώξεις του αναπνευστικού, του γεννητικού και του πεπτικού συστήματος, των οφθαλμών κ.λ.π.


6) Τοξικότητα.


Τα περισσότερα φάρμακα που συνιστώνται από την βιβλιογραφία για την θεραπεία διαφόρων ασθενειών των πτηνών συντροφιάς, (καθώς και αυτά που βρίσκονται στα ράφια των pet shops), δεν προέρχονται από ειδικές μελέτες, αλλά είναι αποτέλεσμα της μακρόχρονης εμπειρίας κάποιων επιστημόνων (κυρίως κτηνιάτρων πτηνών), καθώς και εφαρμογής των ερευνών που έχουν γίνει στα ορνιθοειδή.


Ορισμένες φαρμακευτικές ουσίες, έχουν ικανοποιητικά χαρακτηριστικά ασφαλείας και σπανίως ευθύνονται για οξέα τοξικολογικά προβλήματα.


Αυτός είναι και ο κύριος λόγος, σε συνάρτηση και με την λιγότερη κατανάλωση νερού (συνεπώς και φαρμάκου από τα μικρότερα πτηνά), που η δοσολογία για ορνιθοειδή ή περιστέρια δεν δημιουργεί συνήθως κάποιο πρόβλημα στα μικρά  πτηνά συντροφιάς.


Προσοχή όμως χρειάζεται σε φαρμακευτικές ουσίες που προορίζονται για κτηνιατρική ή ανθρώπινη χρήση.


Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι όλες σχεδόν οι φαρμακευτικές ουσίες είναι τοξικές όταν χορηγούνται σε μεγαλύτερες, για τα πτηνά, δόσεις.      Στην περίπτωση αυτή έχουν άμεσες τοξικές επιπτώσεις, που καθιστούν αναγκαία


την αυστηρή παρακολούθηση (από υπεύθυνο επιστήμονα) ή πρέπει να οδηγούν σε περιορισμούς κατά την χρήση τους (βλέπε κεφ.3 περιορισμοί χρήσης).


Για παράδειγμα οι τετρακυκλίνες σχετίζονται με φαινόμενα ηπατοτοξικότητας, ενώ οι αμινογλυκοσίδες και οι σουλφοναμίδες παρουσιάζουν νεφροτοξικότητα.


Αντίθετα τα μακρολίδια είναι από τις πιο ασφαλής αντιβιοτικές ουσίες.


Τα ανθελμινθικά επίσης, είναι σε γενικές γραμμές ασφαλή για τα πτηνά, εκτός της ιβερμεκτίνης, που συνήθως χορηγείται σε μικρές δόσεις 1-2 σταγόνων, στο δέρμα του πτηνού.


Τα εξωπαρασιτοκτόνα (σπρέι, σκόνες κ.λ.π), είναι λίγο η πολύ τοξικά για τα πτηνά, εκτός των φυτικής προέλευσης (Botanicals).


7) Μορφή φαρμακευτικής ουσίας.


Οι ουσίες που χορηγούνται συνήθως στα πτηνά συντροφιάς από τους εκτροφείς, είναι σε μορφή σκόνης ή σε υγρή μορφή για πόσιμο διάλυμα.


Επίσης σε μορφή αλοιφής για εξωτερική χρήση και σε μορφή εκνεφώματος, δηλαδή αεροζόλ ή σπρέι.


Σε μεγαλύτερα πτηνά όπως τα περιστέρια, οι έμπειροι εκτροφείς ή οι κτηνίατροι, χρησιμοποιούν και την ενέσιμη μορφή για ενδομυϊκή ή υποδόρια χορήγηση.


1.Σκόνες και υγρά.


Σε μορφή σκόνης η φαρμακευτική ουσία μπορεί να προστεθεί στο νερό ή στην τροφή, ενώ σε υγρή μορφή μόνο στο νερό.


Συνήθως με την μορφή αυτή (σκόνης ή υγρού για πόσιμο διάλυμα), παρέχονται διάφορα αντιβιοτικά όπως π.χ. τετρακυκλίνες, ενροφλοξασίνη κ.λ.π., χημειοθεραπευτικά  όπως σουλφοναμίδες και ανθελμινθικά όπως η λεβαμιζόλη.


Ο τρόπος αυτός της χορήγησης είναι αποτελεσματικός όταν χορηγηθεί γρήγορα στα ασθενή ή ύποπτα για ασθένεια μικρά πτηνά. Επίσης όταν το πτηνό καταναλώσει επαρκή ποσότητα νερού ή τροφής για να προσλάβει την θεραπευτική ποσότητα της ουσίας.


Για τον λόγο αυτό, όταν η ουσία πρέπει να χορηγηθεί στην τροφή, καλό είναι να ανακατεύεται στην αυγοτροφή και όχι στους σπόρους, ενώ όταν χορηγείτε στο νερό να μην υπάρχουν άλλα δοχεία νερού στο κλουβί (π.χ. μπανιέρες).


Απαραίτητη προϋπόθεση επίσης αποτελεί και η σωστή μέτρηση της απαιτούμενης θεραπευτικής ή προληπτικής δόσης της ουσίας.


Οι σκόνες μπορούν να ζυγιστούν σε φαρμακευτικό ζυγό, ενώ τα υγρά μπορούν να μετρηθούν με σύριγγα.


Πλεονέκτημα αυτών των μορφών φαρμακευτικών ουσιών αποτελεί η εύκολη χορήγησή τους χωρίς την σύλληψη του πτηνού και η δυνατότητα ταυτόχρονης χορήγησης σε πολλά πτηνά.


Στα μειονεκτήματα συγκαταλέγονται η αδυναμία χορήγησης ακριβούς δόσης για διάφορους λόγους όπως η πιθανή μειωμένη κατανάλωση τροφής ή νερού από το πτηνό, η αδυναμία ακριβούς ζύγισης από τον εκτροφέα (ελλείψει φαρμακευτικού ζυγού ή δοσομετρητή από το σκεύασμα) κ.λ.π.


Επίσης μειονέκτημα αποτελεί και η δυσάρεστη γεύση και οσμή του πόσιμου νερού από ορισμένες ουσίες, κυρίως ανθελμινθικές. Πολλά πτηνά πίνουν ελάχιστο ή και καθόλου από το νερό αυτό.


Για τους παραπάνω λόγους ορισμένες ουσίες τοποθετούνται μέσα σε κάψουλα η οποία εισάγεται βαθιά στον οισοφάγο  μεγαλύτερων πτηνών όπως τα περιστέρια.


Το άδειασμα όμως της κάψουλας στο νερό για χρήση σε μικρότερα πτηνά, εγκυμονεί αυτομάτως τα παραπάνω μειονεκτήματα που αναφέραμε.


Τέλος η χορήγηση του φαρμάκου απευθείας στο στόμα του πτηνού με καθετήρα ή σύριγγα απαιτεί εμπειρία.


Στην 1η περίπτωση ο καθετήρας ή η σύριγγα με ειδική προέκταση, εισέρχεται από την αριστερή πλευρά του ράμφους και κατευθύνεται προς την δεξιά πλευρά του τραχήλου, ενώ στην 2η (με σύριγγα ή σταγονόμετρο), το πτηνό συγκρατείται με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο ενσταλάζετε το φάρμακο στην άκρη του ράμφους του πτηνού.


Αφού το πτηνό κάνει την χαρακτηριστική κίνηση κατάποσης, συνεχίζετε η χορήγηση με τον ίδιο τρόπο και ποτέ βίαια εξαιτίας του κινδύνου εισρόφησης νερού στους πνεύμονες.


Αυτή η διαδικασία (ενστάλαξης του φαρμάκου), για να έχει επιτυχία πρέπει να επαναλαμβάνετε κάθε 3-4 ώρες τις πρώτες 1-2 ημέρες και ανά 6-8 ώρες τις επόμενες μέχρι το πτηνό να μπορέσει να φάει και να πιει μόνο του. Εφαρμόζεται συνήθως σε μικρού μεγέθους πτηνά και σε σοβαρές περιπτώσεις ασθένειας.


Μεγαλύτερη πιθανότητα ανάρρωσης σε αυτή την περίπτωση υπάρχει όταν εναλλάξ με την φαρμακευτική ουσία (ή ταυτόχρονα όπου ενδείκνυται), χορηγείτε ειδική διατροφική φόρμουλα μεγάλης πεπτικότητας και διατροφικής αξίας (π.χ. χυλός ανάπτυξης ή συμπυκνωμένη φόρμουλα βιταμινών).


Επίσης συμπληρωματικά χορηγούνται φρουκτο-ολιγοσακχαρίτες, λακτοβάκιλλοι και Dextrose για την αποκατάσταση της εντερικής χλωρίδας και της πιθανής αφυδάτωσης του πτηνού.


2. Αλοιφές.


Οι αλοιφές που χρησιμοποιούνται στα πτηνά συντροφιάς από τους εκτροφείς συνήθως αποτελούν ήπια σκευάσματα από βότανα ή άλλες ουσίες για την καταπολέμηση των ακάρεων (knemidocoptes) που προκαλούν υπερκεράτωση στα πόδια και στο ράμφος των πτηνών.


Η ήπια μορφή αυτών των ουσιών είναι απαραίτητη διότι τα πτηνά συνήθως ραμφίζουν την ουσία στα πόδια τους ή την καθαρίζουν από το ράμφος στα καλάμια του κλουβιού με αποτέλεσμα να καταποθεί (η ουσία) ή να μπει στα μάτια του πτηνού.


Για την πρόληψη απομάκρυνσης της ουσίας ή κατανάλωσής της από το πτηνό, η χορήγησή της μπορεί να γίνει λίγο πριν από το κούρνιασμα του πτηνού για την νύχτα.


Η ανάγκη χορήγησης μιας πιο ισχυρής φαρμακευτικής αλοιφής τοπικά για την καταπολέμηση μιας μόλυνσης, ίσως απαιτήσει την χρήση περιλαίμιου (κολάρου Ελισάβετ) από σκληρό χαρτόνι ή πλαστικό.


Μια άλλη εναλλακτική λύση για τις εξωτερικές μολύνσεις (π.χ. των ποδιών ή του ουροπηγίου), αποτελεί και η χρήση φαρμακευτικής ουσίας σε υγρή μορφή όπως π.χ., η ιωδιούχος γλυκερίνη.


3. Σπρέι-αεροζόλ.


Χρησιμοποιούνται από τους εκτροφείς κυρίως για την καταπολέμηση των εξωπαρασίτων πάνω στα πτηνά όσο και στους χώρους εκτροφής.


Ανάλογα με την χημική τους σύνθεση οι ουσίες σε μορφή εκνεφώματος για ψεκασμό, διακρίνονται σε συνθετικά πυρεθροειδή (pyrethroids) και φυτικής προέλευσης (Botanicals).


Τα πυρεθροειδή αεροζόλ που διατίθενται σε όλα σχεδόν τα pet shops, ανήκουν στην κατηγορία της περμεθρίνης (permethrin). Αποτελούν την νεότερη γενεά των σύγχρονων εντομοκτόνων με μεγάλη αντιπαρασιτική ισχύ και φάσμα.


Έχουν σχετικά μικρή τοξικότητα στα πτηνά (σε σχέση με άλλα εντομοκτόνα), η οποία όμως εξαρτάται από την δόση, το μέγεθος του πτηνού και το σημείο επαφής της ουσίας.


Για τον λόγο αυτό η χρήση τους πρέπει να γίνεται με προσοχή και απαιτεί την λήψη μέτρων προστασίας τόσο για τα πτηνά (ψεκασμός από απόσταση και μόνο στο σώμα των πτηνών), όσο και για τον εκτροφέα (χρήση μάσκας, πλύση χεριών κ.λ.π.).


Αξίζει να αναφέρουμε ότι η χρήση των αεροζόλ περμεθρίνης ενδείκνυται περισσότερο στα μεγάλα πτηνά που εκτρέφονται σε εξωτερικά εκτροφεία όπως τα περιστέρια και που συνήθως παρουσιάζουν εξωπαράσιτα που διαβιούν πάνω στο δέρμα ή στις ρίζες των φτερών, όπως οι κρότωνες και οι ψείρες.


Στα μικρότερου μεγέθους πτηνά συντροφιάς όπως τα καναρίνια, σπανίως ανευρίσκονται τα παραπάνω παράσιτα, αλλά μόνο ακάρεα του αίματος (red mite), της ψώρας (knemidocoptes) που προκαλούν υπερκεράτωση των ποδιών και του ράμφους και των αεροφόρων σάκων (sternostoma tracheocolum).


Έτσι λόγο ότι το κόκκινο άκαρι επισκέπτεται τα πτηνά την νύχτα (για να τραφεί με το αίμα τους) και ότι η περμεθρίνη δεν έχει αποτέλεσμα πάνω στα ακάρεα της ψώρας και των αεροφόρων σάκων, ο ψεκασμός των μικρών πτηνών με αεροζόλ έχει αντικατασταθεί με την χρήση ιβερμεκτίνης που έχει δράση σε όλα τα παραπάνω.


Στην χρήση ιβερμεκτίνης έχει συνηγορήσει και το γεγονός, της συχνής δηλητηρίασης των πτηνών εξαιτίας της αλόγιστης χρήσης των αεροζόλ από τους εκτροφείς και της αδυναμίας ελέγχου του ψεκαζόμενου νέφους σε συγκεκριμένο σημείο πάνω στο πτηνό.


Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε ότι για την καλύτερη καταπολέμηση των ακάρεων, μπορούν να συνδυαστούν οι ουσίες περμεθρίνης πάνω σε κλουβιά και χώρους εκτροφής (χωρίς την παρουσία των πτηνών) και η ιβερμεκτίνη πάνω στα πτηνά.


Ενδιάμεσα, μεταξύ των χρήσεων περμεθρίνης και ιβερμεκτίνης, μπορούν να χρησιμοποιούνται οι ουσίες φυτικής προέλευσης, χωρίς να απομακρυνθούν τα πτηνά από τα κλουβιά και τους χώρους εκτροφής.


4. Ενέσιμη μορφή.


Με την ενέσιμη μορφή, η χορήγηση της φαρμακευτικής ουσίας  γίνεται συνήθως ενδομυϊκά ή υποδόρια και εφαρμόζετε από έμπειρους εκτροφείς ή κτηνιάτρους.


Η ενδομυϊκή χορήγηση γίνεται στους μυς του στέρνου, με ανάλογη για το μέγεθος του πτηνού σύριγγα, ενώ η υποδόρια χορήγηση εφαρμόζετε στον τράχηλο (σε μεγάλα πτηνά) ή κάτω από την φτερούγα (συνήθως στα μικρότερα).


Πλεονέκτημα αυτής μεθόδου χορήγησης φαρμακευτικών ουσιών, είναι η ταχεία τους απορρόφηση.


Μειονέκτημα αποτελεί η αναγκαστική σύλληψη των πτηνών και το επακόλουθο στρές και η πιθανή αποβολή από το σημείο έγχυσης, ποσότητας της χορηγούμενης ουσίας.


Τέλος αξίζει να αναφέρουμε ότι οι εκτροφείς καναρινιών, χορηγούν με την μέθοδο της υποδόριας έγχυσης κάτω από την φτερούγα το εμβόλιο της Ευλογιάς, ενώ οι εκτροφείς περιστεριών τα εμβόλια της Παραμυξοίωσης, της Ψευδοπανώλους και της Σαλμονέλωσης στην περιοχή του σβέρκου.


8) Αντιβιόγραμμα.

Η ανάπτυξη της βακτηριακής αντοχής, απαιτεί σε πολλές περιπτώσεις την διενέργεια αντιβιογράμματος για τον προσδιορισμό της ευαισθησίας των παθογόνων μικροοργανισμών και την χορήγηση της κατάλληλης αντιβιοτικής ουσίας.


Το αντιβιόγραμμα είναι απαραίτητο σε μεγάλες εκτροφές (επαγγελματίες, εμπόρους πτηνών κ.λ.π.), για την αποφυγή μεγάλων απωλειών σε περίπτωση σοβαρής ασθένειας ή και σε μικρού μεγέθους εκτροφές, όπου τα πτηνά έχουν μεγάλη χρηματική αξία.


Στις περιπτώσεις αυτές συνήθως χορηγούνται άμεσα αντιβιοτικά ευρέου φάσματος, για την αντιμετώπιση του επείγοντος περιστατικού και η διενέργεια του αντιβιογράμματος ακολουθεί για την διόρθωση της επιλογής της αντιβιοτικής ουσίας.


Έπειτα από όλα αυτά, νομίζω ότι γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η χρήση φαρμακευτικών ουσιών απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις.


Για αυτόν τον λόγο άλλωστε η εμπορία κτηνιατρικών φαρμάκων από ανάλογα καταστήματα ή pet shops, χρειάζεται την άδεια κτηνιάτρου ή ζωοτεχνολόγου.


Τα φάρμακα για τα πτηνά συντροφιάς, συγκαταλέγονται (προς το παρόν) σε άλλη κατηγορία και διακινούνται έτσι ελεύθερα από τα pet shops. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι ακίνδυνα ή ότι «ο μαγαζάτορας ή κάποιος εκτροφέας» έχει τις απαραίτητες γνώσεις για την σωστή χρησιμοποίησή τους.


Δυστυχώς καμιά σειρά φαρμάκων για τα πτηνά συντροφιάς (που κυκλοφορούν στην χώρα μας), δεν είναι πλήρης και μελετημένη επαρκώς, με αποτέλεσμα σε πολλές περιπτώσεις να υπάρχει η ανάγκη χορήγησης φαρμακευτικών ουσιών για κτηνιατρική ή ανθρώπινη χρήση.


Η παρουσίαση λοιπόν αυτή, έγινε όσο πιο ολοκληρωμένη (και συνάμα περιληπτική μπορούσε), για δύο κυρίως λόγους:


1. Για να γίνει αντιληπτό, κυρίως από τους αρχάριους εκτροφείς, η σοβαρότητα του θέματος ώστε, να αποφεύγουν να χορηγούν φαρμακευτικές ουσίες χωρίς την συμβουλή ειδικού επιστήμονα.

2. Για να βοηθήσει τους πιο έμπειρους εκτροφείς, που χορηγούν φάρμακα στα πτηνά συντροφιάς, να επιλέγουν και να χρησιμοποιούν ορθότερα τις φαρμακευτικές ουσίες, έχοντας υπόψιν τους την σοβαρότητα του θέματος και τις συνέπειες.


Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι, η παρουσίαση αυτή σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να αποτελέσει γνώση για επίδειξη στο διαδύκτιο ή σε διάφορες παρέες εκτροφέων.


Η χορήγηση φαρμάκων στα πτηνά συντροφιάς, απαιτεί γνώσεις φαρμακολογίας και παθολογίας των πτηνών συντροφιάς και εμπειρία στην εκτροφή, πρόληψη και θεραπεία των συγκεκριμένων ειδών, μέσα από ένα συστηματικό πρόγραμμα διαχείρισης και επίβλεψης από επιστήμονα και εξειδικευμένο κτηνιατρικό κέντρο.


Όσον αφορά την χορήγηση φαρμάκων στα πτηνά κατά την προετοιμασία της αναπαραγωγής, νομίζω ότι έχει ήδη απαντηθεί ένα μεγάλο μέρος που αφορά την ερώτηση.


Οι απόψεις μεγάλων εκτροφέων και επιστημόνων πάνω σε αυτό το θέμα συγκρούονται, κυρίως επειδή πολλοί από τους επιστήμονες δεν είναι εκτροφείς.


Η προσωπική  μου γνώμη, μέσα από την ιστοσελίδα του Greek singer (στο κεφάλαιο της φροντίδας υγιεινής), νομίζω ότι είναι ενδεικτική πάνω στο θέμα.


«Η μέθοδος της συνεχούς πρόληψης με φυτικά συστατικά, θεωρείτε από πολλούς κτηνιάτρους πτηνών προτιμότερη από την περιοδική προληπτική χρήση χημικών φαρμακευτικών ουσιών. Ωστόσο και η χρήση χημειοθεραπευτικών, προτείνεται από πολλούς εκτροφείς σε περιόδους όπως είναι η προετοιμασία για την αναπαραγωγή, η διάρκεια της επώασης και οι πρώτες ημέρες της ζωής των νεοσσών.»


«Προσωπικά, πειραματιζόμενος και με τις δύο μεθόδους (σε συνεργασία και με ομάδα εκτροφέων), διαπίστωσα ότι σε μορφές ποιοτικής εκτροφής η μέθοδος της συνεχούς πρόληψης με φυτικές ουσίες είναι προτιμότερη. Στην αντίθετη περίπτωση, όπου ο αριθμός των πτηνών της εκτροφής είναι μεγάλος και δεν υπάρχει χρόνος για καλή καθαριότητα, ούτε σωστές εγκαταστάσεις, ο συνδυασμός φυτικών και φαρμακευτικών ουσιών, φαίνεται να είναι πιο αποτελεσματικός.»


Η προσπάθεια λοιπόν επίτευξης φυσικής πρόληψης και ανοσίας από το πτηνό, παρακινώντας και τους φυσικούς μηχανισμούς του οργανισμού του να αντιδράσουν, αποτελεί καλύτερη λύση.


Η χρησιμοποίηση φαρμακευτικών ουσιών κατά την προετοιμασία της αναπαραγωγής δικαιολογείται μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις, που σχετίζονται με τον μεγάλο αριθμό των πτηνών (επαγγελματικές εκτροφές) και τις ελλιπείς συνθήκες υγιεινής και εγκαταστάσεων.


ΠΕΡΙΛΗΨΗ


Η χορήγηση μιας φαρμακευτικής ουσίας στα πτηνά συντροφιάς, εξαρτάτε από τους εξής παράγοντες:


1. Από τους μικροοργανισμούς που αποδεδειγμένα (βάση αντιβιογράμματος) ή βάση ενδείξεων (απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις παθολογίας των πτηνών συντροφιάς και εμπειρία), έχουν προκαλέσει την νόσο στα πτηνά.

2. Από την δράση της ουσίας σε σχέση με τα μικρόβια που προκάλεσαν την νόσο (μικροβιοστατική ή μικροβιοκτόνος).

3. Από την αποτελεσματικότητα της ουσίας στην περιοχή της λοίμωξης, πεπτικό σύστημα, αναπνευστικό κ.λ.π (απαιτεί γνώση των συγκεντρώσεων που μια ουσία επιτυγχάνει στην συγκεκριμένη περιοχή).

4. Από την ασφάλεια και την ανοχή της ουσίας από τα πτηνά (απαιτεί γνώση των περιορισμών στην χρήση των φαρμακευτικών ουσιών).


Τέλος δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η πρόληψη είναι προτιμότερη από την θεραπεία.


ΟΡΟΛΟΓΙΑ


Ανοσία: Η κατάσταση ενός πτηνού που φέρει αντίσταση ή είναι άνοσο σε μια ορισμένη ασθένεια.


Ανοσοποιητικό σύστημα: κύτταρα και ιστοί που υπερασπίζονται το σώμα των πτηνών από μικρόβια ή ξένες χημικές ουσίες.


Αντιβιοτικό: ουσία που παράγεται από ορισμένους μικροοργανισμούς όπως είναι τα βακτήρια και έχει την δύναμη να σκοτώνει άλλους μικροοργανισμούς ή να περιορίζει την ανάπτυξη και τον πολλαπλασιασμό τους.


Ακάρεα: απομυζητικά παράσιτα, που ρουφούν το αίμα από το σώμα των πτηνών ή τρέφονται από διάφορους ιστούς.


Ασθένεια: αρρώστια ή νόσος, είναι ή εξασθένιση της κανονικής λειτουργίας ενός οργάνου ή όλου του σώματος του πτηνού.


Αρνητικά κατά Gram βακτήρια: είναι εκείνα τα βακτήρια που διατηρούν ένα έντονο κοκκινωπό χρώμα, ακόμα και στην παρουσία αλκοόλης ή ακετόνης (Salmonella, E. Coli, Pasterela, Pseudomonas, Enterobacter).


Βακτήρια: μικροσκοπικοί ετερότροφοι οργανισμοί που αποτελούνται από ένα μόνο κύτταρο με ένα πυρήνα και που έχουν διάφορο σχήμα, όπως σφαιρικό (μικρόκοκκοι), ράβδου (βάκιλλοι) κ.ά και δεν φαίνονται περά μόνο στο μικροσκόπιο.


Βακτηριοκτόνο: ουσία που σκοτώνει τα βακτήρια, αλλά όχι οπωσδήποτε και τα σπόρια τους.


Βακτηριοστατικό: ουσία που αναχαιτίζει την ανάπτυξη των βακτηρίων χωρίς να τα σκοτώνει.


Εμβόλιο: παρασκεύασμα μικροοργανισμών (νεκρών, ζωντανών εξασθενημένων ή ζωντανών), που όταν εισέρχεται στο σώμα του πτηνού, παράγει ή αυξάνει την ανοσία εναντίον ορισμένων ασθενειών και ιών.


Ελμινθοκτόνο: παρασκεύασμα που σκοτώνει τα σκουλήκια των πτηνών είτε μέσα είτε έξω από το σώμα των ξενιστών.


Εντερίτιδα: φλεγμονή των εντέρων.


Θετικά κατά Gram βακτήρια: είναι τα βακτήρια που χάνουν το χρώμα τους (σκοτεινό ή ιώδες) στην παρουσία αλκοόλης ή ακετόνης (Staphylococcus, Streptococcus, Mycobacterium avium, Chlamydia, Mycoplasma)


Ιός: μικροοργανισμός, υπερμικροσκοπικού μεγέθους, που πολλαπλασιάζεται μόνο σε ζωντανά κύτταρα. Ορισμένοι προκαλούν σοβαρές ασθένειες στα πτηνά συντροφιάς  (ευλογιά καναρινιών, ψευδοπανώλη, φαέκο ψιτακοειδών).


Μόλυνση: λοίμωξη ή μετάδοση νόσου, είναι η εισβολή ενός παθογόνου μέσα σε έναν ευπαθή ιστό που προκαλεί ασθένεια ή αλλιώς η μετάδοση παθογόνων οργανισμών και η πρόκληση ασθένειας στα πτηνά.


Μύκητες: απλές μορφές ετερότροφων φυτών, μονοκυττάριες ή αποτελούμενες από κυτταρικά νημάτια χωρίς χλωροφύλλη.


Πρωτόζωα: μικροσκοπικοί μονοκύτταροι ζωικοί οργανισμοί, με ένα τουλάχιστον τελείως καθορισμένο πυρήνα και με ποικίλη μορφολογία και φυσιολογία.


Τοξικότητα: η χημική σύσταση ή ιδιότητα των ουσιών που τις καθιστά δηλητηριώδεις ή τοξικές.


Υγιεινή: κατάσταση χώρων και πτηνών, που δεν ευνοεί, αλλά εμποδίζει την ανάπτυξη ασθενειών.


Φλεγμονή: σύμπτωμα χαρακτηριζόμενο από συμφορητική διόγκωση των αιμοφόρων αγγείων, κοκκίνισμα ιστών και πόνο, που μπορεί να εμφανιστεί σε διάφορα μέρη του σώματος των πτηνών.


Φορέας: πτηνό που δεν παρουσιάζει συμπτώματα μιας ασθένειας, όμως φέρει τον παθογόνο μικροοργανισμό της και μπορεί να μεταδώσει την ασθένεια σε άλλα πτηνά.


Φορέας ενδιάμεσος: ζωικός οργανισμός που φέρει και μεταδίδει παράσιτα ή μικρόβια στα πτηνά, όπως είναι το κόκκινο άκαρι (red mite) που μεταδίδει το μικρόβιο Borrelia anserinα (που προκαλεί την ασθένεια της σπειροχαιτίασης) και το Mycobacterium avium (που προκαλεί την φυματίωση).


Χημειοθεραπευτικά: είναι ουσίες μικροβιοκτόνες ή μικροβιοστατικές, συνθετικώς παρασκευασμένες και χρησιμοποιούμενες για την θεραπεία διαφόρων ασθενειών.


Χρόνια νόσος: ασθένεια που έχει μακρά διάρκεια εμφανιζόμενη συνήθως με νοσηρότητα παρά με θνησιμότητα.


Ψείρες: έντομα με πλατυσμένο σώμα, χωρίς φτερά και με σιαγόνες προσαρμοσμένες για να μασούν τα λεπτά φτερά και τα λέπια του δέρματος των μεγάλων κυρίως πτηνών συντροφιάς.

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ

1. Μορφών ουσιών.

Αλοιφή: oint.

Αλοιφή εξωτερικής χρήσης: oint.ext.u.

Διάλυμα πόσιμο: oral.sol.

Εκνέφωμα: spr.

Ενέσιμο διάλυμα: inj.Sol.

Κολλύριο διάλυμα: ey.dro.sol.

Σκόνη για πόσιμο διάλυμα: pd.so.sus.

Φαρμακούχο πρόμιγμα: med.prem.

2. Τρόπων χορήγησης.

PO: στοματικά (στο πόσιμο νερό, στην τροφή, με καθετήρα).

IM: ενδομυϊκά (με ένεση).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Burr, E. Diseases of cage birds. Ames: lowa State University Press, 1987.

2. Ιορδανίδης, Π. Παθολογία των πτηνών αναψυχής, Θεσσαλονίκη,2002.

3. Κτηνιατρικό συνταγολόγιο. Εθνικός οργανισμός φαρμάκων, 1995.

4. Κτηνιατρικός οδηγός για την χρήση αντιβιοτικών στα ζώα συντροφιάς.

PFIZER, 1996.

5. Symposium on exotic-animal medicine. Veterinary Medicine, 1996.

6. Symposium on Avian Medicine. Veterinary Medicine, 1995.

7. Χαριτόπουλος, Δ. Μικροβιολογία – Ανοσολογία, Φλώρινα, 1987.

ΠΗΓΗ :

http://www.greeksinger.gr